Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Τα ξωτικά.

Long time seeing each other isn't it? Αφού είδα λοιπόν εσένα σαν μικρό ξωτικό μες τη μέθη, μες τη ζάλη... Σε ένα βράδυ ζεστό, σε ένα μέρος φωτεινό, με καπνό.
Κάθε βράδυ στη σκέψη μου είσαι. Σε κάθε ξενύχτι. Κι όταν πάνω απ' τις κεραίες βλέπω τον ήλιο να βγαίνει, οδηγώντας να κοιμηθώ στον ήλιο, ανεβάζω μια ταχύτητα, να τρέξω μήπως σε βρώ. Μια αφιέρωση.
Βλέπω τον άσπρο τοίχο και θέλω να γράψω πάνω. Θέλω να πώ: "Μη με κοιτάς στα μάτια, χάνομαι!"
Κι ας έχω τα μάτια σου να δώ καιρό, πάντα τα βλέπω όταν κλείνω τα δικά μου.
Θέλω να γίνω μια αράχνη μικρή, και πίσω απ το κρεβάτι σου να κρυφτώ. Να σε βλέπω να κοιμάσαι, να βλέπω τα μικρά ξωτικά που κρύβεις στα σεντόνια σου, να βλέπω το δέρμα τους που φωτίζει, να βλέπω τα μαλλιά τους, να μπλέκονται στο πρόσωπο και τα δάχτυλά τους. Να βλέπω τα πόδια τους στη μέση σου αγκαλιασμένα. Κι όταν φεύγουν και μόνος σου μένεις να κοιτάς ψηλά σαν να βλέπεις αστέρια θέλω να σου ψυθιρίσω κάτι που δεν θα ακούσεις, μα ίσως νιώσεις.
Θέλω να κάτσω στον ήλιο και να με ψήσει, να φύγουν οι πληγές. Θέλω να κάτσω στον ήλιο απ όταν βγεί μέχρι όταν φύγει για να πώ πως κάτι ζήσαμε.
Κι όσο ζεσταίνομαι, θέλω να μπαίνω στο νερό και να θυμάμαι για πάντα πως είναι να ξαναζείς.
Θέλω να βγώ, να πετάξω, ένα βράδυ πάνω απ τις πολυκατοικίες και να μαζέψω τα φωτάκια πάνω απ την πόλη. Να βλέπεις μόνο το φεγγάρι που τόσο σ αρέσει. Να μας φέρει κοντά το σκοτάδι.
Θέλω να πάρω όλου του κόσμου τα χαρτιά και να σου γράψω πόσο σε σκέφτομαι, να σου πώ για τα χρώματα, να σου πώ για τον αέρα, γιατί φυσάει και ποιός είναι.
Σαν μικρό ξωτικό... Όπως εσύ να χορέψω έναν έξαλλο λαμπρό χορό και να πετάξω.
Βαρέθηκα περπατώντας να βλέπω το πεζοδρόμιο. Θέλω να πάρουμε όλοι μπογιά και να βάψουμε όλα τα πεζοδρόμια, να τα ζωγραφίσουμε να φτιάξουμε πάνω ιστορίες και τραγούδια και φωτογραφίες και να γράψει πάνω ένας Βαγγέλης "Μαρία σ'αγαπώ!" και κάθε μέρα η Μαρία να το βλέπει και να γελάει.
Θέλω να ρίξω χρυσόψαρα στα συντριβάνια και κρύψω σημειώματα σε όλη την πόλη: "Καλημέρα δεν σε ξέρω, αλλα είσαι πανέμορφος και σ'ευχαριστώ για όλα!".
Κι όλα αυτά για να βλέπεις μια ωραία πόλη.
Θέλω να γίνω κι εγώ ξωτικό και να κάνω τις μέρες σου λίγο πιο όμορφες.
Και θα πάω και στις στάσεις των λεωφορίων  και σε κάθε πλαστικό θα γράφω στίχους απο τα όμορφα τραγούδια για να υπάρχει μουσική παντού και να θυμάσαι τα τραγούδια που χορεύαμε αγκαλιά.
Και τα ποιήματα θα σου διαβάζω και τα βιβλία κι όσες ιστορίες θέλεις, να ταξιδεύει ο νούς σου μακρυά. Και τα καράβια θα βρώ να σου φέρω να κυνηγάς τη θάλασσα, να ταξιδεύεις. Θα σου φέρνω κάθε μέρα ένα μπουκέτο χαμόγελα, να χαμογελάς κι εσύ. Κι όταν στεναχωριέσαι θα διώχνω όλα τα σύννεφα να δείς τον ήλιο να χαρείς.
Κι αν ποτέ σε βρώ δεν θα πώ κουβέντα, θα σε πάρω απλά απ το χέρι και θα σε πάω να δείς την ομορφία για να θυμάσαι οτι την είδαμε μαζί. Κι όταν θέλεις να φύγεις μακρυά και πάλι θα σε αφήσω και θα είμαι πάντα εκεί κοντά μήπως με αφήσεις και πάλι μικρό ξωτικό να σε ακουμπήσω.
Κι αν ακόμα ο κόσμος σου φαίνεται κακός κι άθλιος θα προσπαθήσω να φτιάξω κι έναν καινούργιο εκεί στην Ανδρομέδα. Με έναν κήπο στην ταράτσα να μυρίζεις τις μηλιές και τις γαρδένιες.
Στάσου μια στιγμή Ξωτικό. Πάρε λίγο απ τον κόσμο που μπορώ να φτιάξω.