Τρίτη 31 Ιουλίου 2012

Untitled

By: Destin a Terre
Σ'αγαπώ.
Δεν μπορώ να σου περιγράψω πόσο. Δεν είσαι εδώ, ζούμε μακρυά, αλλά αυτό δεν αλλάζει το πόσο απόλυτα και αμετάκλητα σ'αγαπώ. Σ'αγαπώ σαν φίλο και σαν άντρα και σαν άνθρωπο.

Δεν ξέρω αν θα μπορέσω ποτέ να σε ευχαριστήσω για όλα τα υπέροχα πράγματα που μου έμαθες.
Δεν ξέρω αν θα μπορέσω ποτέ να σε ευχαριστήσω για το πως μου έμαθες να ζώ.

Χωρίς εσένα, θα ήμουν ακόμα, ένα σκουπιδάκι. Οχι κι έτσι, αλλά θυμάμαι πως ήμουν πρίν.
Θυμάμαι πόσο ντρεπόμουν, και πόσο σκάλωνα με κάθε πράγμα που γινόταν. Θυμάμαι πόσο ανησυχούσα. Από εσένα, έμαθα να τσιλάρω που λές κι εσύ, έμαθα να ξεχνάω, να λέω δεν πειράζει, να λέω "Γαμησέ το!" , να κάθομαι στο γρασίδι και να παίρνω μπύρα απ το περίπτερο.
Έμαθα να λέω ΝΑΙ σε ότι μου προσφέρουν και να σκαλώνω τον κόσμο με το πόσο χαλαρή είμαι.
Έμαθα πως ο υπολογιστής είναι η φυλακή μου, παράθυρο στον κόσμο που δεν μπορώ να έχω.
Εσύ, με έμαθες να ζώ, να ταξιδεύω, να δοκιμάζω, να γουστάρω.

Θυμάμαι κάθε μας συζήτηση. Θυμάμαι το μόνιμο αίσθημα έλειψης που έχω.Ακόμα το έχω. Αυτό δεν το έκαψες. Δεν θα το κάψει κανείς. Δεν μου αρέσει να είμαι μόνη μου, μα δεν μ αρέσει να είμαι με κάποιον, με κάνει να νιώθω ακόμα μεγαλύτερη μοναξιά, η έλλειψη. Χωρίς εσένα είναι χειρότερα.
Απο όταν έφυγες μου λείπεις πολύ, κι όλο στεναχωριέμαι. Χαίρομαι που κάνεις τη ζωή σου όμως. Νόμιζα πως κάποιος ήταν πιο σημαντικός απο εσένα, μα είχα άδικο και τώρα το ξέρω. Εκείνος δεν ήταν ποτέ εκεί. Εσύ είχες δίκιο απ την αρχή, που μου έλεγες να τον ξεχάσω. Σόρρυ που δεν μπορούσα. Θυμάμαι τα βράδυα που άραζα σπίτι σου και πίναμε πολύ, και που ενώ δεν ήμασταν μαζί για κάποιο λόγω κοιμόμασταν αγκαλιά. Γιατί απλά αγαπιόμαστε.
Σήμερα είμαι στεναχωρημένη πάλι. Όπως και χθές, γιατί είμαι μπερδεμένη. Και ζώ αδιάφορα κι έχω κουραστεί και θέλω να φύγω και κανείς δεν θέλει, και δεν ξέρω αν αξίζει να δώσω μια ευκαιρία σε καταστάσεις εδώ, ή να πω "ΑΝΤΕ ΓΑΜΗΘΕΙΤΕ!" και να κάνω ότι είπες:
"Πάρε το πρώτο πλοίο κι έλα Κρήτη!".
Ήταν σαν να μου έλεγες, πως έλα εδώ και θα τα βρούμε όλα. Και το ξέρω, θα ηρεμίσω.
Το χω πάρει χαμπάρι, ήρεμη ζωή δε θα ζήσω, παρέα δεν θα έχω ποτέ. Δεν θα έχω την παρέα, δεν θα έχω τον χρόνο. Βασανίζομαι...
Νιώθω σαν φυλακισμένη. Και πάσχω απο το σύνδρομο της στοκχόλμης, είμαι ερωτευμένη με τον απαγωγέα μου. Είμαι ερωτευμένη; Ίσως... Μπορεί....
Φοβάμαι. Δεν μπορώ να σου περιγράψω ΠΟΣΟ φοβάμαι. Δεν φοβάμαι μήπως τον χάσω. Φοβάμαι γενικά, μήπως χάσω... Όχι μήπως αποτύχω. Φοβάμαι τη μοναξιά, την ανυπαρξία, την εγκατάλειψη.
Όλοι στη ζωή μου φεύγουν. Ξέρεις τι θέλω. Θέλω να κοιμάμαι κάθε βράδυ σε μια αγκαλιά.
Ξέρεις, μόνο αυτό με νοιάζει. Μόνο αυτό θέλω στη ζωή μου.
Κάθε χρόνο γίνομαι πιο σκληρή, πιο άνιωθη, διασκεδάζω περισσότερο, επειδή έμαθα να λέω:
 "Στ' αρχίδια μου"
Αλλά και πάλι, τι να γίνει... Τα ίδια σκατά. Η ίδια σαπίλα. Και ξέρω πως το προκαλώ εγώ. Ξέρω... Ξέρω πως φοβάμαι υπερβολικά. Μου τα χεις πεί όλα αυτά. Κι εγώ κάθε φορά λέω, Ναι έχεις δίκιο. Και πάντα κάνω τα δικά μου.
Σε ευχαριστώ όμως που κάθεσαι και με ακούς. Σε ευχαριστώ που ακόμα και απο το τηλέφωνο ενδιαφέρεσαι.Μακάρι να ήσουν εδώ να πάμε βόλτα με τη μηχανή και να κοιμηθείς σπίτι μου και να φάς το φαί της μάνας μου και να σου φτιάξω πρωινό όταν ξυπνήσεις.
Κανείς ποτέ δεν θα σε φτάσει, να το θυμάσαι. Δεν μπορούμε να είμαστε ποτέ μαζί, γιατί σε αγαπώ υπερβολικά για να σε χάσω και το ξέρεις.
Αλλά πάντα θα είσαι πιο ψηλά απ όλους. Θα είσαι τα φτερά που μου λείπουν.
Θα πάρω το πρώτο καράβι, και θά ρθω, να βλέπουμε κάνα αστέρι να πέφτει και να λέμε πως είμαστε γενναίοι, και να κάνουμε κάνα τσιγάρο, να πιούμε κάνα κρασί, να μιλήσουμε για την επανάσταση και την κατάντια του κόσμου, την ομορφιά της φύσης και την άγρια θάλασσα.
Έρχομαι να σε βρώ.
Σε ευχαριστώ.

Σάββατο 28 Ιουλίου 2012

Υπενθύμιση μιας μέρας γρουσουζιάς.


Οι αμυγδαλές κατά την αμυγδαλίτιδα.

Ειρήνη,
όσο σκατά κι αν πάνε τα πράγματα,
ακόμα κι αν φοβάσαι κάθε πρωί που ξυπνάς,
ακόμα κι αν είσαι άρρωστη κι υποφέρεις και πονάς παντού,
ακόμα κι αν πάλι το τσούγκρισες το αμάξι και θα ακούσεις τη Χριστοπαναγία,
ακόμα κι αν τελικά δεν θα πάς στη συναυλία με αυτόν που ήθελες να πας,
ακόμα κι αν ερωτεύεσαι πάλι και ξέρεις πως θα φάς τα μούτρα σου,
ακόμα κι αν ίσως έχασες όλα τα αρχεία απ τον υπολογιστή σου,
ακόμα κι αν γκρινιάζεις και στεναχωριέσαι για όλα αυτά,
θυμίσου,
όταν η ζωή σου δεν έχει πιά κανένα νόημα,
μπορείς πάντα να πάς να δουλέψεις σε ρεμπετάδικο,
να γίνει η ζωή σου το κραγιόν και το λουλούδι στο αυτί,
η μπουζουκομάνα,
η νύχτα και οι μεθυσμένοι της,
το κρασί και τα τσίπουρα,
τα ρεμπέτικα και ο καημός.

Και θα ερωτευτείς παράνομα τον κιθαρίστα και τα γνωστά.

Αλλά έχουμε ακόμα γι αυτό έτσι;
Και τελικά, δεν είναι και τόσο άσχημο σενάριο ως "η χειρότερη κατάληξη".

Παρασκευή 13 Ιουλίου 2012

Camp Lamp




Suburban Railway
one afternoon

This is where I work

And that's the view from work in summer
Εδώ που είμαι έχει πολύ φώς κι όταν δεν έχω ξυπνήσει καλά το απεχθάνομαι. Το φώς απ το παράθυρο του γραφείου διαχέεται σε όλο το δωμάτιο, η ζέστη είναι δαιμονισμένη και με ζαλίζει, κάνοντας ταυτόχρονα το άρωμα που φοράω να μυρίζει 10 φορές πιο βαρυά.
Βασανίζομαι. Στην πραγματικότητα δεν έχω τίποτα να κάνω στη δουλειά σήμερα, δεν χρειαζόταν να έρθω. Απλά ήρθα επειδή ήξερα πως το να μείνω σπίτι και να κοιμηθώ ώς το μεσημέρι ίσως να με βλάψει περισσότερο. Εξακολουθώ να μετανιώνω τα προχθεσινά λάθη, κάνοντας σημερινά. Κάθε στιγμή μου ρχεται να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο, μου λείπει όσο τίποτα η άνεση με την οποία μπορούσα εύκολα να αγνοώ πράγματα λες και τίποτα δεν έχει σημασία, τώρα αυτό είναι πραγματικά κάπως αδύνατο. Παρά την όμορφη μέρα έξω, εγώ νιώθω ένα ράκος. Βρίσκομαι μεταξύ τύψεων για το λάθος μου, (τα λάθη μου, παρελθόντος και παρόντος) και μιας ντροπής που πάντα συνοδεύει αυτές τισ τύψεις και την ενοχή. Μέσα μου βράζω και καίγομαι απ τη στιγμη που ξύπνησα.
Στο μεταξύ, στο γραφείο, αντί κλιματιστικών, έχουμε κάτι τιτάνιους ανεμιστήρες που ο θόρυβος που κάνουν δεν περιγράφεται και εν τέλει δεν δροσίζουν κι όλας. Κάπως έτσι, σαν όλα αυτά μαζί, πρέπει να ναι το να παθαίνεις ασφυξία.
Διάβασα το εξής, πως όλο το θέμα με τον έρωτα που δεν μπορείς να ξεκολλήσεις και να το δείς καθαρά και τα λοιπά, είναι κατα βάση θέμα άγχους πρσωπικού. Απ' όταν το διάβασα φυσικά και τα έβαλα με τον εαυτό μου, για κάθε πιθανό λόγο και νιώθω πολύ απογοητευμένη, που έπειτα απο τόσοκαιρό που προσπαθώ να με κρατάω σε καλή διάθεση και να αυτοψυχολογούμαι κλπ, βρίσκομαι στα ίδια και χειρότερα απο πρίν. Ξέρω επίσης πως, ο μόνος τρόπος να βελτιωθούν τα πράγματα, είναι η πλήρης απομάκρυνση απο τη ζωή κάποιου άλλου, που δεν λέω να ξεκολλήσω. Το πρόβλημα είναι πως ακόμα κι αυτή η μικρή και σπάνια επαφή μας μου δημιουργεί απίστευτο πρόβλημα, όμως εν τέλει αυτό είναι που θέλω σωστά; Όταν έχεις μαζοχιστικές τάσεις σημαίνει πως θέλεις κάτι που εν τέλει σε βλάπτει, κι εγώ θεωρώ σωστό να το παραδέχεται κανείς. Απ' την άλλη αυτό δεν γίνεται με τα ναρκωτικά; Δεν κάνουν κακό; Δεν βλάπτουν; Ωστόσο γιατι γίνεται χρήση; Γιατί κάποιος τα γουστάρει. Γιατί κάποιος να γουστάρει το χόρτο; Γιατί σου δίνει μια αίσθηση πως όλα θα πάνε καλά και πως έχεις χρόνο και την άνεση να γελάσεις και να χαλαρώσεις. Το χόρτο κάνει τον άνθρωπο λιγότερο αγχωτικό, και είναι εν γένει αναλγυτικό. Ε ακριβώς το ίδιο γίνεται εδώ μόνο που όταν φουμάρεις ανθρώπινες σχέσεις είναι πιο επικίνδυνο. Γουστάρεις την επαφή με κάποιον που κάθε φορά που τον βλέπεις καταλλήγεις άρρωστος για μέρες και με το μυαλό σου πουτάνα, και την όρεξη για ζωή χωρίς το άτομο αυτό, υπό το μηδέν. Άρα τι μπορείς να κάνεις; Απλά έχεις εθιστεί στο βαρύτερο ναρκωτικό, τον ανεκπλήρωτο έρωτα. Συγχαρητήρια. Είσαι σε χειρότερη θέση απο πρεζόνι σε αποτοξίνωση.
Έτσι είμαι δυο μέρες τώρα λοιπόν.
Χθές,  αγόρασα μια (ελατωμάτικη!) ξύλινη ραφιέρα σε φάση diy από φτηνό ανακυκλωμένο ξύλο και την συναρμολόγησα μόνη μου. Το γεγονός οτί το αγόρασα 9 $ αυτό το πράγμα έπρεπε να είναι προειδοποίηση γιατί γενικά η ραφιέρα, αποδείχτηκε πολύ ευτελές αντικείμενο αλλά εν τέλει την έφτιαξα έτσι ώστε να αντέξει λίγο παραπάνω. Ευτυχώς που έχω εύκαιρες πένσες και κατσαβίδια. Και που ξέρω να τα χρησιμοποιώ φυσικά. Τέλοσπάντων, η ραφιέρα έχει ωραίο χρώμα στο ξύλο, ένα σκούρο καφέ, δεν αντέχει πολύ βάρος όμως οπότε, όταν πάω κάποια φορά στην ΙΚΕΑ θα πάρω μια της προκοπής. Πέραν της ραφιέρας απο το κατάστημα που ήμουν αγόρασα πολλά κεριά για το μπαλκόνι, μια τεράστια κόκκινη κούπα σαν υπερμέγεθες φλιτζάνι για να τρώω τα δημητριακά (που γενικά δεν τρώω σχεδόν ποτέ), ένα puzzle των 1000 κομματιών με ένα κάστρο το ηλιοβασίλεμα (με ενέπνευσε μια φίλη μου η Αναστασία, για τη φάση με το puzzle και γενικά βαριέμαι τόσο τις μέρες αυτές που ψήθηκα!). Το πιο ωραίο πράγμα όμως είναι μία μεταλλική και γυάλινη λάμπα απ αυτές που πέρνουν οι πρόσκοποι στην κατασκήνωση, που τη γεμίζεις με απλό λάδι για τέτοιες λάμπες.
Αφού συναρμολόγησα τη ραφιέρα και τακτοποίησα το χάος στο δωμάτιο μου, έκατσα στο μπαλκόνι κι άναψα τα κεριά και τη λάμπα, την οποία έβαλα δίπλα μου για να μπορώ να διαβαζω το βιβλίο μου.
Η μόνη χαρούμενη στιγμή αυτές τις χάλια μέρες ήταν εκείνη! Η μυρωδιά που αναδίδει το καμμένο λάδι της λάμπας είναι υπέροχη. Μου θυμίζει αόριστα τα παιδικά μου χρόνια, όπου πήγαινα καταστήνωση με τους οδηγούς (σαν τους προσκόπους είναι, οι πρόσκοποι θα σας πουν πως οι οδηγοί είναι φλώροι, κι οι οδηγοί, πως ναι όντως έιμαστε λίγο φλώροι αλλά δεν το παίζουμε σκληράδια όπως οι πρόσκοποι. ). Θυμάμαι τις μεγάλες ξύλινες κατασκευές που κάναμε, θυμάμαι που στήναμε σκηνές 8χρονα παιδάκια, θυμάμαι το κλασσικό σοκολατούχο γάλα για πρωινό με μερέντες και μαρμελάδες πάνω σε φέτες ψωμί. Θυμάμαι που το βράδυ καθόμασταν σε κύκλο και τραγουδάγαμε τραγουδάκια τύπου "Κουμπαγιά" και στη μέση είχαμε μια τέτοια λάμπα! Αναμνήσεις τυλιγμένες σε πορτοκαλί φώς.
Σκεφτόμουν όλα αυτά κι άλλα πολλά χτές το βράδυ. Και όταν για άλλη μια φορά δεν οδηγήθηκα πουθενά και το βραδυνό μου ποτήρι με Βισάντο τελείωσε, έσβησα τα κεριά και πήρα τη λάμπα μέσα και την άφησα σε ένα τραπεζάκι στο κρεβάτι δίπλα. Και κοίταγα το φώς της λάμπας και αναπωλούσα, νοσταλγούσα και θυμόμουν, προσπαθώντας παράλληλα να βρώ λίγο ισχυρογνωμοσύνη μέσα μου και την αποφασηστικότητα που απαιτείται στην περίπτωση  μου για να πάρω δύσκολες αποφάσεις και να προχωρίσω με τη ζωή μου. Τελικά ένιωσα λίγο σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα που τελικά δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα, έσβησα τη λάμπα και αποκοιμήθηκα λυπημένη.

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Flash Post

Miss Junkie
Δυο χάλια μέρες σερί. Νιώθω σαν ηρωινομανής σε απεξάρτηση.
Νιώθω ηλίθια, μικρή, χωρίς μέλλον.
Δεν μιλάω σε κανέναν. Δεν μπορώ να μιλήσω με κανέναν. Θέλω να σπάσω τον υπολογιστή. Και να ξεχάσω τα πάντα. Σιχάθηκα να είμαι μες τα κλειστά παράθυρα.

Κυριακή 8 Ιουλίου 2012

To Deux Chevaux



Το αυτοκίνητο αυτό, μου θύμισε την ιστορία.
Η φωτογραφία είναι απο εκείνη τη μέρα.
Σήμερα θυμήθηκα τυχαία μια ιστοριούλα απ' όταν ήμουν μικρή. Δημοτικό. Η ιστορία ξεθάφτηκε, μετά από μια βόλτα με ένα πολύ παλιό αυτοκίνητο περίπου 70 ετών που με πήγε στη Βούλα και τη Γλυφάδα. Είχα ενθουσιαστεί. Και μετά απο μια συζήτηση για το αυτοκίνητο αυτό, θυμήθηκα την ιστορία με το Deux Chevaux. Στο γραφείο της μαμάς μου και της θείας μου δούλευε μια κυρία, η κυρία Ιουλία. Μεγάλη σε ηλικία, θυμάμαι να μου φτιάχνει μικρο-καταστευές τύπου Origami απο ανακυκλωμένο χρωματιστό χαρτί και να μιλάμε με τις ώρες γι ότι μπορεί να πεί ένα παιδάκι με μια μεγάλη γυναίκα. Θυμάμαι πως μου έλεγε πως προτιμά τα ντούς απο τα αφρόλουτρα γιατί την αναζωογονούν. Είχα κοντά γκρίζα μαλλιά, ήταν πολύ αδύνατη και γλυκειά, κάπνιζε πολύ, ήταν τοπογράφος. Είχε ενα εξοχικό στο Σούνιο, οπού μια πρωτομαγιά πήγαμε με το αυτοκίνητό της ενα κλασσικό μπορντό Deux Chevaux. Ήταν και καμπριολέ! Φορούσα το ψάθινο καπέλο στη φωτογραφία. Ήταν ο αδερφός μου οι γονείς και η θεία μου αν θυμάμαι καλά. Θυμάμαι το σπίτι της, ήταν πολύ περίεργο. Παλιό και κλειστό αρκετό καιρό! Ακόμα το βλέπω στα ονειρά μου, βλέπω τα παλιά πράγματα και τη μεγάλη βεράντα με το Μωσαικό, τις παλιές καρέκλες,  Όταν τα ανακαλώ στη μνήμη μου όλα έχουν μια απόχρωση απο σέπια, όπως είναι τα απογεύματα που δύει ο ήλιος.
Θυμάμαι να είμαστε σε κάτι σαν χωράφι, και πως η Ιουλία μου εξηγούσε διάφορα πράγματα για τα φυτά και τα έντομα, θυμάμαι που μάζευα τις κλασσικές κίτρινες μαργαρίτες, τα πιο χαρούμενα λουλούδια! Θυμάμαι τον αδερφό μου να παίζει, ήταν πολύ μικρούλης τότε. Δεν θυμάμαι τι κάναμε ακριβώς, ούτε αν πήγαμε να φάμε ή το πού κλπ. θυμάμαι όμως ακριβώς εκείνο το συναίσθημα της χαράς και του ενθουσιασμού που απο τότε ακόμα ανέδιδαν σε εμένα τα παλιά πράγματα! Θυμάμαι την θεία μου να μας έχει ενθουσιάσει για την διαδρομή με το καμπριολέ. Υπήρχε και ένα τραγουδάκι τότε για ένα καμπριολέ, σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ πως πήγαινε αλλά δεν τα καταφέρνω. Το θυμάμαι όμως.
Πιο πολύ μου έχει μείνει η αίσθηση του να είμαι μέσα στο Deux Chevaux, θυμάμαι να σταματάμε για βενζίνη, σκέτο Diesel, και να κάνει έναν δαιμονικό θόρυβο! Θυμάμαι να τρέχει στον μεγάλο δρόμο, εμένα να με ενοχλεί ο αέρας και να φοβάμαι πως θα μου πάρει το ψάθινο καπέλο μου! Αν και δεν το άλλαζα με τίποτα το ταξίδι με το Καμπριολέ. Απλά ήμουν μικρή και γκρινιάρα. Πάντως οταν το σκέφτομαι τώρα, νιώθω μόνο ηλιαχτίδες να με ακουμπάν. Νομίζω πως για κάποιον απροσδιόριστο λόγο είναι απ' τις καλύτερες αναμνήσεις μου.
Στο μυαλό μου έχω συνδέσει την ημέρα με το Deux Chevaux με ένα μικρό πλαστικό σπιτάκι-μινιατούρα (που μπορούσες να βάλεις λαμπάκι μέσα, για να φωτίζει, ήταν κούφιο) που είχα βρεί στο σπίτι της γιαγιάς μου στα Ιλίσια. Απο τα παιχνιδάκια της μαμάς μου όταν ήταν μικρή πρέπει να ήταν. Το σπίτι στο Σούνιο, το αυτοκίνητο αυτό, η μέρα εκείνη για κάποιον λόγο συγκεραίνονται, σε εκείνο το μικρό πλαστικό σπιτάκι. Δεν έχω ιδέα που βρίσκεται φυσικά, μα ακόμα το θυμάμαι.
Μετά απο χρόνια συνεργασίας, το γραφείο της θείας μου σταμάτησε να συνεργάζεται με την κυρία Ιουλία κι απ όσο έμαθα τα σπάσανε μεταξύ τους για κάτι οικονομικά, οι μεγάλοι πάντα τσακώνονται για τέτοιες μαλακίες. Δεν την ξαναείδα ποτέ, αν κι ακόμα νιώθω αγάπη όταν τη σκέφτομαι. Είναι πολύ παράξενο το πώς δεν ξαναβλέπεις ποτέ κάποιον! Και το πως, όλα αυτά τα παλιά πράγματα, τα deux Chevaux, τα παλιά εξοχικά στο Σούνιο, τα αυτοκίνητα-αντίκες, τα παλιά ποδήλατα με τον ασημένιο σκελετό και τις μεγάλες ρόδες, πωλούνται, χαρίζονται... Τα παίρνει ο Παλιαντζής. Και εγω βρίσκω τον εαυτό μου μετά απο χρόνια να αναζητά όλα αυτά τα πράγματα και αν μην μπορώ να τα βρώ. Νομίζω πώς γι αυτόν τον λόγο τείνω στην ρακοσυλλογή, από την απώλεια αγαπημένων παλιών πραγμάτων. Γι αυτό μ αρέσει να αδειάζω σοφίτες κι αποθήκες και να κρατάω μικρούς θησαυρούς, παλιαντζούρες για άλλους που αγόρασαν ένα μοντέρνο φωτιστικό και καινούργιο αυτοκίνητο.
Η νοσταλγία πάντα με ακολουθεί.
Γι αυτό και στην βόλτα μου χθές με το παλιό αυτοκίνητο ενός φίλου ένιωσα να ερωτεύομαι κοιτώντας το παλίο καντράν και τον παλιό λεβιέ ταχυτήτων, πίνοντας μια μπύρα ενώ με χτυπούσε ο ήλιος. Ένιωσα πάλι όλες τις ηλιαχτίδες απο τα παιδικά μου χρόνια.Σχεδόν ερωτεύτηκα το αγόρι που ήταν μαζί μου, μόνο και μόνο επείδή εκείνη τη στιγμή χωρίς να το ξέρει μοιράστηκε μαζι μου one of my sunshine moments.
Η νοσταλγία πάντα με ακολουθεί, ή μήπως εγώ εκείνη;

Στην Αναστασία.

Παρασκευή 6 Ιουλίου 2012

Happiness is a warm gun

"ο κόσμος είναι μια γειτονιά που μας αγκαλιάζει όλους"
Σήμερα το πρωί, ήμουν στο δρόμο για τη δουλειά, μόλις κατέβηκα στο μετρό στο Μοναστηράκι (έξοδος Αθηνάς-Θέμιδος) και περπάταγα στην Μιαούλη πηγαίνοντας προς την οδό Αγίων Αναργύρων. Και είδα κάτι καταπληκτικό! Ένα τύπος είχε πάρει ένα ποδήλατο και το είχε "ψηλώσει" κάνοντας (φαντάζομαι) σιδεροκόλληση μεταξύ δύο σκελετών απλών ποδηλάτων. Και απλά πέρασε απο δίπλα μου πάνω στο ψηλό του ποδήλατο (ύψους περίπου δυο μέτρων) και βλέποντας το έκθαμβο βλέμμα μου (δυστυχώς όταν κάτι μου τραβάει την προσοχή απλά κάθομαι αγενέστατα και το κοιτάω) μου χαμογέλασε και μου είπε καλημέρα καθώς πέρναγε απο δίπλα μου!
Κι είμαι χαρούμενη όλη μέρα!
Αυτό που θα προσπαθήσω να εξηγήσω είναι πάρα πολύ δύσκολο αλλά ελπίζω να το καταλάβετε!
Γενικά είμαι κατσούφα κι απαισιόδοξη, αν και προτιμώ να λέω πως απλά είμαι πολύ ρεαλίστρια.
Είναι εύκολο να σαι ρεαλιστής και απαισιόδοξος, το δύσκολο κομμάτι είναι να μπορείς να βρίσκεις μέσα σε μια άσχημη πόλη, όμορφα πράγματα, μέσα σε άσχημους ανθρώπους, όμορφους ανθρώπους.
Έχω κάνει χίλιες φορές αυτή  τη συζήτηση με χίλιους διαφορετικούς ανθρώπους έχοντας εν τέλει συγκεντρώσει χίλιες απόψεις κάθε είδους: "Ο κόσμος είναι υπέροχος!"/"Γαμιέται η κωλόπολη!"/"Πεθαίνω εδω μέσα"/"Ζούμε αδιάφορα!"/"Η ζωή είναι ωραία..."/"Η ζωή είναι ωραία... αν έχεις λευτά."/"άσχημη πόλη όμορφα καίγεται" και διάφορα άλλα.
Εγώ δεν έχω λευτά και δεν ζώ συναρπαστικά (σε σχέση με άλλους) αλλά μπορώ να σας εγκυηθώ με απόλυτη βεβαιότητα πως κάθε μέρα βρίσκω κάτι και με κάνει χαρούμενη.
Σήμερα μου είπε καλημέρα κάποιος με ένα ψηλό ποδήλατο! Δεν έχει σημασία το ποδήλατο (απλά ήταν το εντυπωσιακό στοιχείο της ιστορίας μου, και μου άρεσε κι αυτό αρκεί) μια καλημέρα μπορέι να μου φτιάξει το κέφι.. Μετά κοιτάω γύρω μου, κοιτάω την άσχημη πόλη και σκέφτομαι πως μέσα σ αυτήν την ασχήμια έχω ερωετευτεί παράφορα, έχω γελάσει σε επίπεδο κοιλιακών, έχω μεθύσει, έχω κάνει οκτάρια στους βρώμικους δρόμους, έχω βγάλει φωτογραφίες πάνω απ τους λόφους, τα φώτα της πόλης μου! Μου αρέσει το μέρος που ζώ, τα βράδυα νιώθω τους δρόμους να με καλούν και πέρνω βόλτα τα μπάρ τα γνωστά, ζαλίζομαι με δροσερά ποτά, οδηγώ στους άδειους δρόμους αργά τη νύχτα! Αν έχω κάτι πολύτιμο κάτι που αγαπώ είναι οι όμορφες αναμνήσεις μου σ αυτήν την πόλη!
Αυτές μου δινουν το κουράγιο να ξυπνάω 7 το πρωί μέρα Νοεμβρίου με κρύο και βροχή που έχω αργήσει ήδη μισή ωρα έριξα πάνω μου τον καφέ τα μαλλιά μου έιναι χάλια και έχω κοιμηθεί 4 ώρες. Ναι, φυσικά υπάρχουν μέρες χάλια που δεν μπορώ να ξυπνήσω που είμαι στεναχωρημένη και φοβάμαι και νιώθω μικρή και χαζή κι ασήμαντη ή γενικά γκαντέμω. Υπάρχουν μέρες που θέλω να βάλω τα κλάματα με το που ξυπνάω ή που μισώ όλον τον κόσμο!
Απλά, όσες τέτοιες μέρες κι αν έχω μες τη βδομάδα ή το μηνα μου προτιμώ να σκέφτομαι τις ηλιαχτίδες στα σκοτάδια μου.
Θυμάμαι το καλύτερο τσιγάρο που έχω καπνίσει, πάνω σε μια μεγάλη στριφογυριστή κούνια ενός λουνα πάρκ με ένα όμορφο κορίτσι απο δίπλα, έβλεπα όλη την Αθήνα απο εκεί ψηλά και δεν φόραγα παπούτσια έιχε ζέστη, είχαμε βραχεί σε κάτι νερά, ένιωθα πως ο κόσμος είναι δικός μου.
Θυμάμαι τις συναυλίες που πήγα πρόσφατα τον κόσμο την μουσική την ένταση, τους ανθρώπους που ήταν μαζί μου, το αλκοόλ, ο χορός του αετού.
Θυμάμαι μια μέρα που βρέθηκα σε ένα εξωχικό μιας καλής φίλης και έπινα μπύρα finkbrau πάνω σε μια υπερμεγέθη σαμπρέλα κι ένα κανό καπνίζοντας τσιγάρα με χαρτάκια γλυκόριζας, κι όλα αυτά μεσα στο νερό στη θάλασσα, κρύα και δροσερή. Αυτό ήταν απ τα καλύτερα.
Δεν είναι κάθε περίοδος στη ζωή έτσι. Υπάρχουν μέρες μικρές και άχαρες σαν σπιρτόκουτα, όπως είπα.
Απλά πιστεύω πως είναι επιλογή το να ζείς, είναι μια συνειδητοποίηση της ομορφίας, είναι μια στιγμή που απλά λες: Μου αρέσει! (κι όχι στο φέιςμπουκ)
Αν απλά δεν σου αρέσει τίποτα τότε το να κάθεσαι να παραπονιέσαι είναι άσκοπο! Είτε φύγε απο το μέρος που είσαι είτε βρές πιο όμορφα πράγματα να κανεις!
Οι αναμνήσεις δεν αγοράζονται και δεν χαρίζονται, δημιουργούνται. Πρέπει να προσπαθήσεις για να έχεις όμορφα πράγματα στη ζωή σου. Πρέπει να αφεθείς, πρέπει να ερωτεύεσαι τη μέρα που είσαι ζωντανός, να σε ιντριγγάρει, να ταξιδεύεις, να γυρνάς σαν τη σβούρα, να χαμογελάς και να σκέφτεσαι τα γύρω σου. Μου αρέσει να περπατάω στο δρόμο να ακούω μουσική και να περπατώ χορεύοντας (προφανώς αδιαφορώ για το πόσο αστεία φαίνομαι). Μου αρέσει να τριγυρνάω απο εδώ κι απο εκεί , σε όλη την ΑΘήνα, με διαφορετικούς ανθρώπους κάθε φορά να γεμίζω το κεφάλι μου εικόνες ήχους χαμόγελα και γέλια.
Διάβασα μιa έρευνα στο πανεπιστήμιο που έχει να κάνει με την ευτυχία, και έλεγε, πως στατιστικά όσοι αποιλαβάνουν μικρές συχνές στιγμές ευτυχίας τείνουν ανα είναι συνολικά πιο ευτυχισμένοι απο αυτούς που περνούν αραιές περιόδους ευτυχίας.
Προσπάθησα να το εφαρμόσω αυτό λοιπόν, προσπάθησα να σταματήσω να περιμένω "κάτι να γίνει/κάτι να έρθει/κάτι να αλλάξει" και απλά α΄ρχισα να ενθουσιάζομαι με ότι μπορούσε να με ενφουσιάσει...
Δεν θέλω να πώ πως είμαι ευτιχισμένη πρώτον γιατί απλά κάποιος θα βαρεθεί να διαβαζει στο σημείο αυτό και θα μου πει "ε χέσε μας κοπέλα μου, τράβα λίγο να χαρείς κι άσε μας στη μιζέρια μας".
Παίζει να το πεί ούτως η άλλως κάποιος αυτό.
Απλά θέλω να πω: Εσύ που το διαβάζεις αυτό είτε σε ξέρω είτε όχι, είσαι ένας όμορφος άνθρωπος ίσως να είσαι κι υπέροχος, δεν ξέρω τα πάθη και τους φόβους σου και τις ανασφάλειές σου. Μα ξέρω πως έχεις απ αυτές. Δεν ξέρω πως έιναι η ζωή σου, πόσο σκατά σου φέρθηκε πόσο δύσκολα την περνάς ή τι προβλήματα έχεις ή έχεις περάσει. Ξέρω όμως πως επειδή είσαι εσύ, κι απλά και μόνο γι αυτό, σου αξίζει να είσαι χαρούμενος και ευτυχισμένος, μακάρι να μπορούσα να στο γράψω αυτό έξω απ την πόρτα του σπιτιού σου με ένα σπρέι στο πιο φωτεινό κι έντονο χρώμα! Μακάρι να σου έγραφα "ΧΑΜΟΓΕΛΑ!" και να σου έφτιαχνα τη μέρα.
Θέλω λοιπόν να σου πώ, πως έχεις το δικαίωμα και την υποχρέωση απέναντι στον εαυτό σου να γίνεις ευτυχισμένος, να γίνεσαι ευτυχιμένος κάθε μέρα. Μακάρι να μπορέσεις να κοιτάξεις δίπλα σου και να δεις πέρα απο τα άσχηα και στενάχωρα πράγματα, τους νεκρούς, τουα απώντες, αυτούς που αδιαφορούν κι αυτούς που πλήγώνουν, τα λευτα, το γκρίζο, την μιζέρια. Μακάρι ο ήλιος να λάμπει και για σένα κάθε μέρα και να μπορείς να το βλέπεις. Μακάρι όταν πέφτεις για ύπνο να σκέφτεσαι "Its a wonderful world".
Μακάρι οι αναμνήσεις σου να είναι ο πολυτιμότερος θησαυρός σου.

irzzy