Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Τουρλουμπούκι

Λένε, πως ο ευτυχισμένος είναι εκείνος που δεν νοσταλγεί. Άρα μάλλον, εγώ δεν είμαι ο ευτυχισμένος.
Ανέκαθεν, αναπολούσα, νοσταλγούσα, θυμόμουν.
Αυτό είναι σχετικά κακό, γιατί δεν πρέπει να ζούμε στο παρελθόν.. Φαντάζομαι πως δεν είναι και το μόνο κακό πράγμα που κάνω, όμως.
Σήμερα ξύπνησα, και για κάποιον λόγο θυμήθηκα τα τιτάνια πρωινά που έτρωγα μικρότερη.
Θυμάμαι την καφετέρια "Ζυγός" στην Παλαιόχωρα της Ν. Κρήτης που παραθερίζω, και βλέπω καθαρά μπροστά μου, τα αυγά με μπέικον, τα τεράστια τοστ, τις μαρμελάδες, το μέλι, το ψωμί. Τον καφέ που έπαιρνε ο Ρέλλυ και το τσάι της μαμάς. Τους φυσικούς χυμούς πορτοκάλι.
Ακόμα πιστεύω πως το μεσημεριανό και το βραδινό είναι ωραία. Αλλά τίποτα δεν συγκρίνεται με το να πας για πρωινό. Φυσικά το πρωινό είναι τόσο ωραίο γιατί στην Ελλάδα έστω κανείς δεν το κάνει συχνά. Κάπου είχα ακούσει πως το πρωινό του Έλληνα είναι φραπές και τσιγάρο. Δεν είναι και ψέμα. Συν ότι, όλοι δουλεύουν νωρίς ή έχουν σχολείο ή πρέπει να πάνε κάπου γρήγορα. Οπότε ξυπνάνε, πίνουν έναν καφέ στα γρήγορα, ντύνονται και τρώνε κάτι πρόχειρο. Κι εγώ το κάνω. Απολαμβάνω όμως όσο τίποτα, να πάω να φάω έξω πρωινό, να κάτσω με την ησυχία μου 1 ώρα, να πιώ τον καφέ μου, να φάω, να διαβάσω την εφημερίδα μου. Σκέφτομαι τι θέλω να κάνω, και το σκέφτομαι σαν να έχει ήδη συμβεί στα παλιά. Ακόμα και τα σχέδια για το μέλλον, έχουν μια νοσταλγία. Ίσως αυτό σημαίνει πως είμαι ρομαντικός άνθρωπος, ίσως και να σημαίνει πως θα 'μαι πάντα λυπημένη. Μόνο στα μεθυσμένα βράδια ξεχνιέμαι, αυτά που κάποια στιγμή πρέπει να καταγράψω. Μα πώς; Πώς να εξηγήσω την έξαψη...;
Σήμερα, θα μπώ στο γνωστό πλοίο για Κρήτη, 9 ώρες στη γραμμή. Την τελευταία φορά που το πήρα ήμουν ερωτευμένη με τον δικό μου, καθόμουν στο κατάστρωμα, είχε ζέστη γιατί ήταν καλοκαίρι, διάβαζα ένα βιβλίο που λεγόταν "Ξενοδοχείο Ίρις" της Yoko Ogawa (κάπως έτσι...) και κάπνιζα, ώρες πολλές, τρώγοντας κεράσια απο ένα μικρό χαρτονένιο κουτάκι. Μετά κοιμήθηκα στον υπνόσακό μου σε μια γωνιά. Εκείνη η φορά στην Κρήτη είχε κάτι απο Μανόλια, μου είχε δώσει η γιαγιά μου ένα κλαδί με άνθος πάνω. Μύριζε υπέροχα, ήταν νωχελικά, ζεστά... Τώρα, θα πάρω το ίδιο πλοίο, μα θα κάτσω μέσα γιατι το κρύο τη νύχτα είναι δυνατό. Παραμένω ερωτευμένη, με τον ίδιο άνθρωπο,χωρίς να είμαστε πια μαζί, αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Θα διαβάζω το "Σιντάρτα" του Χέρμαν Έσσε, και θα βγαίνω έξω να καπνίσω, στο κατάστρωμα, ίσως πίνοντας μια μπύρα, ακούγοντας μουσική. Το μόνο που μυρίζει Μανόλια, είναι ένα γαλάκτωμα σώματος που χρησιμοποιώ. Εκείνη τη φορά πήγαινα με το κεφάλι μου άδειο, ήμουν σαν λευκό χαρτί, έτοιμη να γράψει κάποιος πάνω μου, χωρίς αναμνήσεις. Ήμουν ξαναγεννημένη. Τώρα, ούτε ένα χρόνο μετά, έχω γεμίσει αυτό το λευκό χαρτί, είναι γεμάτο μελανιές, πράγματα που δεν θέλω να θυμάμαι, μα δεν μπορώ να ξεχάσω. Και όσες φορές κι αν πώ τον πόνο μου, ποτέ δεν περνάει. Το καλοκαίρι, πήγαινα στο νησί, ξέροντας, όντας σε μια κατάσταση που με ευχαριστούσε. Τώρα πάω ψάχνοντας: να ξεφύγω απο τα προβλήματα-ξέροντας, πως θα με ακολουθήσουν όπου κι αν πάω, ψάχνοντας a bit of fooliness, ψάχνοντας την παγωμένη απριλιάτικη θάλασσα, γέλια, κι άλλα μεθυσμένα βράδια, κι άλλα σπασμένα πρωινά. Ελπίζω τουλάχιστον να πάρω μια μέρα το πρωινό μου έξω, και να μαζέψω κοχύλια να τα βάλω στο βάζο μου.
Στο μεταξύ, σκέφτομαι πως επικρατεί μαι γενική σύγχυση, πως πρέπει να κάνω ένα σωρό πράγματα και σε αντίθεση εγώ αράζω, όλη μέρα, και απλά σκέφτομαι τα δικά μου ή δεν κάνω τίποτα. Είναι λες και ένα πέπλο Numbness έχει πέσει πάνω μου και δεν μπορώ να σκεφτώ, να ενεργήσω. Δεν με ενοχλεί ιδιέταιρα, αλλά χθές που οδηγούσα να πάω για κάτι δουλειές, δεν ήμουν πολύ "εκεί" και φοβόμουν οτι σε κάποιο ατύχημα δεν θα μπορώ να αντιδράσω.
Αυτό είναι νομίζω το σύμπτωμα όποιου ζεί στις αναμνήσεις του είναι μονίμως κάπου αλλού, κάπου χαμένος και θυμάται τελευταία στιγμή πως ζεί στο παρόν.
Ειλικρινά, δεν μπορώ να το σκεφτώ άλλο.
Πρέπει να φύγω απο εδώ. Τώρα!

irzzy

Πέμπτη 5 Απριλίου 2012

sunkiss'd

Καμιά φορά, ξυπνάω νωρίς.
Συνήθως, ξυπνάω νωρίς αν έχω να πάω στη σχολή ή σε κάποια δουλειά, παίρνω το πρωινό μου στο κρεβάτι μου (δεν έχουν ξυπνήσει ακόμα τα πόδια μου) και πάντα αργοπορημένη ντύνομαι γρήγορα και φεύγω. Σήμερα όμως, πετάχτηκα πάνω, ο ύπνος μου ήταν ενοχικός, τυραννιόμουν από σκέψεις, για το αν έκανα το σωστό, αν ήμουν δειλή, αν άφησα θεόσταλτες ευκαιρίες.

Ξύπνησα, και κατέβηκα στην αγαπημένη κουζίνα όπου βρήκα την Μητέρα μου και τον αδερφό μου να τρώνε τις γνωστές τιτάνιες ποσότητες πρωινού. Φύγαν τώρα. Είμαι μόνη μου, με τον μισοπιωμένο καφέ. Την πρωινή μου ηρεμία διαταράσσει ένα καταραμένο κομπρεσέρ που για ανεξήγητους λόγους βαράει απο τα χθές. Το κομπρεσέρ αυτό με έκανε να επανεκτιμήσω (όχι πως δεν ήταν ήδη εκτιμημένη) την Ησυχία και την Ηρεμία, που μόνο αργά το βράδυ ή νωρίς το πρωί (άντε και κάνα νυσταγμένο απομεσήμερο) βρίσκω στο σπίτι αυτό.

Πως είναι δυνατόν να αναζητούμε ηρεμία σε μια πόλη τόσο ηχηρή τόσο θορυβώδη και θυμωμένη; Πως είναι δυνατόν να μην έχει όλος ο κόσμος πονοκέφαλο; Πως είναι δυνατόν να ξεκινάς τη μέρα σου με τόση ένταση; Σταματώ να γκρινιάζω και να γίνομαι τόσο "εγώ".

Οι μέρες αυτές οι προεόρτιες, έχουν μια χαζοχαρουμενία.
Θυμάμαι από όταν ήμουν μικρή, πως πάντα το Πάσχα στην Κρήτη ήταν μεγάλο event.
Κι αυτό δεν πρόκειται να αλλάξει υπάρχουν -δεν υπάρχουν λεφτά.
Θυμάμαι να 'μαι μικρή και να με στέλνει η Γιαγιά μου στον επιτάφιο και φυσικά εγώ πήγαινα. Αν και δεν πιστεύω πια στην Ορθοδοξία, δεν μπορώ να πώ πως το μετάνιωσα ποτέ που με βάζαν σε όλες αυτές τις τελετές. Η αλήθεια είναι πως είναι τρομερό να τα βλέπεις αυτά. Μια ενορία, 200 ατόμων να κουβαλάνε ένα στολισμένο κρεβάτι με έναν ξύλινο νεκρό.
Θυμάμαι να μαι ανεβασμένη με την ξαδέλφη μου στον "εξώστη" της εκκλησίας. Θυμάμαι το μελισσένιο κερί να λιώνει στα χέρια μου κι εγώ να το κάνω διάφορα σχήματα, θυμάμαι πως μύριζαν τα χέρια μου μετά... Θυμάμαι τους ψαλμούς, καμιά φορά στο άσχετο μου έρχονται στο μυαλό οι στίχοι. "...Ω γλυκή μου έαρ, γλυκύτατο μου τέκνο...". Ταυτόχρονα θυμάμαι μια κυρία αν πετάει απο τον εξώστη που καθόμασταν Ροδόνερο κι άλλες γυναίκες λουλόυδια. Αυτό με το ροδόνερο μου 'χε κάνει εντύπωση. Μια φορά που ήμουν στο Σουπερμάρκετ με την μαμά μου, είδα ροδόνερο σε ένα ράφι και της λέω "Άπαπα ροδόνερο τι το θέλουν, μόνο για τους επιτάφιους...". Η μαμά μου απάντησε πως είμαι χαζή και πως δεν το χρησιμοποιούν μόνο εκεί, μου είπε πως η ίδια, έβαζε ανθόνερο στη φρουτοσαλάτα(!).
Και να ΄ταν μόνο ο επιτάφιος; Έχω άπειρες μνήμες από το Πάσχα στην Κρήτη. Βάρβαρα σουβλίσματα, πολύ κακό για το τίποτα. Πλέον είμαι χορτοφάγος , δεν τρώω κρέας παρά μόνο κοτόπουλο μια φορά τη βδομάδα για τον σίδηρο και τα λοιπά. Έτσι σκέφτομαι την Πασχαλινή φρενίτιδα διαφορετικά πλέον. Για να πώ όμως την αλήθεια μικρή όλο αυτό μου άρεσε και έτρωγα λαίμαργα αρνιά κοκορέτσια και όλα τα συναφή.
Ο μόνος λόγος που το Πάσχα με χαροποιεί σαν γιορτή, είναι πως σηματοδοτεί την λήξη του χειμώνα. Τέρμα πιά οι βροχές. Τέρμα πια, το να μη με πιάνει ύπνος από το κρύο, πάνε τα παλτά και τα 40 ρούχα για αν βγείς έξω. Το πιο σημαντικό όμως, είναι πως τώρα έχει και θα έχει ήλιο σχεδόν κάθε μέρα. Σε 2 μήνες, ο ήλιος θα καίει το δέρμα μου και θα τυφλώνει τα μάτια μου. Δεν θα μπορώ να λιάζομαι με τις ώρες γιατί θα καίγομαι, θα ονειρέυομαι την θάλασσα όπως πάντα αλλα θα μπορώ να πάω και να την αγγίξω να κολυμπήσω. Θα μπορώ να πάω στην θάλασσα το βράδυ, κι αν κοιτάξω τον ουρανό, θα έχει αστέρια, όπως κάθε καλοκαίρι. Αν ακούσω προσεκτικά, θα ακούσω τους γρύλους, και τους τζίτζικες... Θα ακούσω τις καλαμιές να κουνιούνται απο τον ελαφρύ αέρα της νύχτας..
Θα αρχίσω να κοιμάμαι με όλο και λιγότερα ρούχα, δεν θα κοιμάμαι καλά όπως πάντα το καλοκαίρι. Έτσι όπως πάντα, θα πίνω παγωμένο Southern Comfort με τον πατριό μου πριν κοιμηθούμε, στη βεράντα με 10 γάτες για παρέα να μας κοιτάνε, να βαριούνται- άλλη μια καλοκαιρινή νύχτα.
Θα βρέχουμε με το λάστιχο τα μάρμαρα για να δροσίσει η αυλή.. Θα έχω 3 παράθυρα ανοιχτά στο φρεσκοβαμμένο δωμάτιο. Η πολυθρόνα μου είναι ήδη βγαλμένη στην βεράντα, όταν καλοκαιριάσει κι άλλο, και το βράδυ δεν έχει ψύχρα, δύσκολα θα μετακινηθώ απο εκεί. Ψέματα λέω. Το καλοκαίρι δεν γίνεται να μη μετακινούμαι. Νωχελικά μεν, αλλά δεν γίνεται! Έχω τόση ενέργεια! Η πόλη μου φαίνεται να λαμπιρίζει. Ο αέρας μυρίζει υπέροχα, σαν ώριμο φρούτο... Το τσάι είναι παγωμένο, τα πάντα καινούρια, τα αυτοκίνητα αράζουν στον Λυκαβητό, τον Υμητό, την Πεντέλη και τα ζευγαράκια ερωτεύονται, φιλιούνται, αγγίζονται αχόρταγα, όπως έκανα κι εγώ το περασμένο καλοκαίρι. Το θέρος, δίνει αυτήν την αίσθηση, πως ζείς πραγματικά, πως είσαι νέος και δεν έχεις τίποτα να φοβηθείς, πως υπάρχει χρόνος να χαλάσεις, πως μπορείς να κάτσεις λίγο παραπάνω να σκεφτείς να ξεκουραστείς να ηρεμίσεις.
Το καλοκαίρι με κάνει να σκέφτομαι το σώμα, το δικό μου και τον άλλων. Η σάρκα που εκτίθεται με βάζει σε σκέψεις. Βλέπω όμορφες φλέβες να πετάνε σε μακρυά και λεπτά χέρια. Βλέπω απαλά πόδια. Βλέπω το σβέρκο και την πλάτη της κοπέλας που σήκωσε πάνω τα μαλλιά της απ τη ζέστη, μια μικρή σταγονίτσα υδρώτα να τρέχει στο δέρμα της. Βλέπω τον παροξυσμό με τις δίαιτες για τις παραλίες. Προβλέπω τον γνωστό καυγά μου στην παρέα, για να αποφύγουμε σιχαμερές οργανωμένες και δεί, πανάκριβες παραλίες και να πάμε πιο μακρυά, στο πιο καθαρά, στα πιο αγνά. Φανταζομαι, τις "ηλιοθεραπίες" που το ιστορικό μας με καρκινώματα, δεν μου επιτρέπει να κάνω, ωστόσο, πάντα κλέβω μια - δυο ώρες στον ήλιο... Ίσα ίσα να γίνει το γαλακτερό χρώμα, έναγλυκό χρυσαφί.
Θυμάμαι που μετά το καλοκαίρι στην Νότια Κρήτη (όπως πάντα) γύρισα στην Αθήνα, και τα μαλλιά μου είχαν ξανθίνει απο τον ήλιο, είχα περιέργως μαυρίσει και ήμουν υγιής, γιατί το καλοκαίρι μου δίνει ζωή. Και θυμάμαι κι εκείνο το φιλί και την αγκαλιά της επιστροφής μου, και που είχε πει εκείνος, είσαι σαν ήλιος. Αυτό μου κάνει το καλοκαίρι, μου δίνει τον ήλιο, την ενέργεια, το φώς, το πάτημα για να φύγει ότι πέρασε...
Ο χειμώνας που πέρασε ήταν ο χειρότερος στα χρονικά. Πολύ βαρύς, πολλές βροχές, χιόνια,καμιά ελπίδα και φώς στις καρδιές των ανθρώπων. Όλοι φοβούνται το αύριο τρομοκρατημένοι απο τον Χειμώνα αυτόν.
Κι εμένα, αυτός ο χειμώνας μου πήρε πολλά. Την ηρεμία και την αξιοπρέπεια μου. Ανθρώπους που δεν ήθελα αν χάσω ποτέ. Την όρεξη για ζωή και καινούρια πράγματα. Όταν νυχτώνει αυτούς τους χειμώνες,φοβάμαι. Η καρδιά μου σαν να στενεύει. Οι ελπίδες μου και οι δυνάμεις μου ρουφώνται απο ένα σκοτάδι και μια παγωνιά.
Τώρα πιά, όταν ξυπνώ και βλέπω ήλιο να λάμπει πάνω στις Μανταρινιές, είμαι μια στάλα πιο δυνατή. Όσο τα βράδυα αργει κι άλλο να νυχτώσει, τόσο κι εγώ φοβάμαι λιγότερο. Ονειρεύομαι το μπαλκόνι μου, τα μαλλιά μου βρεγμένα ακόμα μες την πετσέτα, κι όλον τον κόσμο καθισμένο κοντά κοντά, η ζέστη μας φέρνει όλους πιο κοντά. Σκέφτομαι τον απαλό αέρα και τα γέλια, τη σιγουριά την ηρεμία, τους γρύλους.
Το καλοκαίρι, είναι η μόνη ελπίδα,να κερδίσω πάλι ότι ο χειμώνας πήρε μακρυά. Το αλάτι ίσως απολυμάνει τις πληγές, ο ήλιος ίσως τις ψήσει. Στο τέλος μπορεί να 'χει μείνει μόνο κάποιο μικρό σημάδι να θυμίζει πως κάποτε κάτι έγινε. Ελπίζω και προσεύχομαι αυτό που θα συμβεί, να πάρει μακρυά τα λάθη, τα δάκρυα το κρύο, την απογοήτευση όλων, και κυριώς την δική μου.
Σκέφτομαι τους Αγαπημένους, λουσμένους σε ένα φώς, και εύχομαι τα βράδυα πριν κοιμηθώ, να είναι καλά και να ναι δυνατοι, να χουν υπομονή. Λέει ο Σιντάρτα, πως έχει τρείς αρετές: Να κάνει υπομονή, να νηστεύει και να σκέφτεται.
Αυτά εύχομαι κι εγώ να μπορούμε να κάνουμε.
Να έχω υπομονή για να έρχονται τα πράγματα, όταν πρέπει να έρθουν όπως πρέπει να έρθουν, σπρωγμένα απο δυνάμεις του πεπρωμένου, κι όχι του εγωισμού.
Να έχω την ικανότητα να νηστεύω, ώστε να μη με πειράζει, αν δεν έχω να φάω.
Και τέλος, να μπορώ να σκέφτομαι, πρίν πράξω, πρίν μιλήσω, πριν κάνω λάθος και να το γλιτώσω. Να μπορώ να μη πληγώνω και πληγώνομαι, απο γρήγορες αποφάσεις.

Περιμένετε τον ήλιο, όλα θα φτιάξουν.
Και καλό Πάσχα με ελληνικό τουρλουμπούκι και τζέρτζελο.


Υ.Γ.: Το βιβλίο "Σιντάρτα" του Χέρμαν Έσσε, το προτείνω ανεπιφύλακτα, ειδικά σε όποιον αναρωτιέται πως σκατά θα βρεί τον δρόμο του, πως θα αντιμετωπίζει τη ζωή και τα πράγματα. Καλοδιάβαστο.

irzzy